Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαγική πένα που ήξερε να γράφει μόνο την αλήθεια.
Την πήρε ο Βεζύρης κι άρχισε να γράφει στο χαρτί. Κι όλο έγραφε: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης». Κι ο Βεζύρης έκανε να κρύψει το χαρτί. Έλα όμως που εκείνη τη στιγμή περνούσε ο Χαλίφης και τον είδε. «Για δείξε μου, τι έγραψες». Του λέει. Τι να κάνει κι ο Βεζύρης, είπε στον Χαλίφη την αλήθεια για όσα έγραφε το χαρτί. Κι ο Χαλίφης πρόσταξε να του πάρουν το κεφάλι.
Αλλά κι ο Χαλίφης ήθελε να μάθει την αλήθεια, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Πήρε τη μαγική πένα κι έγραφε, έγραφε… Όμως όταν σταμάτησε για να διαβάσει, είδε μονάχα δυο λέξεις γραμμένες συνέχεια: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης». Κι ο Χαλίφης σκέφτηκε. «Ευτυχώς δεν με είδε κανένας». Κι έκανε να σκίσει το χαρτί. Αλλά έξαφνα εμφανίστηκε μπροστά του ένας άγγελος. Και του λέει: «Ντροπή σου. Να φύγεις απ’ το παλάτι. Να ζήσεις σαν ζητιάνος για όσο καιρό σου απομένει, μέχρι κάποιος, πιο σκληρός από σένα, να προστάξει να σου πάρουν το κεφάλι». Κι ο Χαλίφης έσκυψε τους ώμους κι έφυγε.
Τώρα, ούτε ο άγγελος δεν το κατάφερε ν’ αντέξει στον πειρασμό. Πήρε την πένα κι έγραφε, έγραφε, έγραφε. Κι όταν κοντοστάθηκε και διάβασε στο χαρτί όσα ποτέ μας δεν πρόκειται να μάθουμε, τότε χαμογέλασε με πίκρα και σκέφτηκε: «Πόση πονηριά κρύβω μέσα μου ακόμα…» Και πέταξε μακριά, μέχρι που χάθηκε.
Τότε, ξεπρόβαλε απ’ την κρυψώνα του ένας βελζεβούλης. Πήρε τη μαγική πένα κι άρχισε να γράφει… Αλλά μια στιγμή σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Ναι, πάλι αυτός ο άγγελος που έκρυβα μέσα μου είναι…»
Και πέταξε την πένα μακριά, πολύ μακριά.
Η μαγική πένα βρέθηκε σ’ ένα χωράφι, σ’ ένα χωριό, σε μια μακρινή χώρα. Και τη βρήκε ένας χωρικός την ώρα που όργωνε. Την πήρε μαζί του στο σπίτι. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί κι έγραφε για πολλήν ώρα.
Ύστερα πήρε το χαρτί και πήγε στον δάσκαλο του χωριού. «Πες μου», του λέει. «Τι λέει εδώ, γιατί δεν ξέρω να διαβάζω». Κι ο δάσκαλος έβαλε τα γυαλιά του και ξεκίνησε να λέει:
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαγική πένα που ήξερε να γράφει μόνο την αλήθεια. Την πήρε ο Βεζύρης κι άρχισε να γράφει στο χαρτί. Κι όλο έγραφε: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης»…
(μια ιστορία, όπως ξεπήδησε σε μια συνάντηση, στα σεμινάρια αφήγησης παραμυθιών με την Ανθή, που τη φτιάξαμε σε ένα παιχνίδι μαζί με την Ευδοξία)
Την πήρε ο Βεζύρης κι άρχισε να γράφει στο χαρτί. Κι όλο έγραφε: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης». Κι ο Βεζύρης έκανε να κρύψει το χαρτί. Έλα όμως που εκείνη τη στιγμή περνούσε ο Χαλίφης και τον είδε. «Για δείξε μου, τι έγραψες». Του λέει. Τι να κάνει κι ο Βεζύρης, είπε στον Χαλίφη την αλήθεια για όσα έγραφε το χαρτί. Κι ο Χαλίφης πρόσταξε να του πάρουν το κεφάλι.
Αλλά κι ο Χαλίφης ήθελε να μάθει την αλήθεια, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Πήρε τη μαγική πένα κι έγραφε, έγραφε… Όμως όταν σταμάτησε για να διαβάσει, είδε μονάχα δυο λέξεις γραμμένες συνέχεια: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης». Κι ο Χαλίφης σκέφτηκε. «Ευτυχώς δεν με είδε κανένας». Κι έκανε να σκίσει το χαρτί. Αλλά έξαφνα εμφανίστηκε μπροστά του ένας άγγελος. Και του λέει: «Ντροπή σου. Να φύγεις απ’ το παλάτι. Να ζήσεις σαν ζητιάνος για όσο καιρό σου απομένει, μέχρι κάποιος, πιο σκληρός από σένα, να προστάξει να σου πάρουν το κεφάλι». Κι ο Χαλίφης έσκυψε τους ώμους κι έφυγε.
Τώρα, ούτε ο άγγελος δεν το κατάφερε ν’ αντέξει στον πειρασμό. Πήρε την πένα κι έγραφε, έγραφε, έγραφε. Κι όταν κοντοστάθηκε και διάβασε στο χαρτί όσα ποτέ μας δεν πρόκειται να μάθουμε, τότε χαμογέλασε με πίκρα και σκέφτηκε: «Πόση πονηριά κρύβω μέσα μου ακόμα…» Και πέταξε μακριά, μέχρι που χάθηκε.
Τότε, ξεπρόβαλε απ’ την κρυψώνα του ένας βελζεβούλης. Πήρε τη μαγική πένα κι άρχισε να γράφει… Αλλά μια στιγμή σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Ναι, πάλι αυτός ο άγγελος που έκρυβα μέσα μου είναι…»
Και πέταξε την πένα μακριά, πολύ μακριά.
Η μαγική πένα βρέθηκε σ’ ένα χωράφι, σ’ ένα χωριό, σε μια μακρινή χώρα. Και τη βρήκε ένας χωρικός την ώρα που όργωνε. Την πήρε μαζί του στο σπίτι. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί κι έγραφε για πολλήν ώρα.
Ύστερα πήρε το χαρτί και πήγε στον δάσκαλο του χωριού. «Πες μου», του λέει. «Τι λέει εδώ, γιατί δεν ξέρω να διαβάζω». Κι ο δάσκαλος έβαλε τα γυαλιά του και ξεκίνησε να λέει:
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαγική πένα που ήξερε να γράφει μόνο την αλήθεια. Την πήρε ο Βεζύρης κι άρχισε να γράφει στο χαρτί. Κι όλο έγραφε: «Είμαι κλέφτης. Είμαι κλέφτης»…
(μια ιστορία, όπως ξεπήδησε σε μια συνάντηση, στα σεμινάρια αφήγησης παραμυθιών με την Ανθή, που τη φτιάξαμε σε ένα παιχνίδι μαζί με την Ευδοξία)
5 σχόλια:
που βρίσκεται τώρα αυτή η μαγική πένα; τέλεια η ιστορία σας!
η μαγική πένα περιμένει και τη δικό σας χέρι για ν' αρχίσει να γράφει... άντε καλή αρχή στο ιστολόγιό μας. Είθε μια μέρα να μεγαλώσει και να γίνει μέχρι και λέσχη ανάγνωσης.
η λέσχη μας πάντως σε ευχαριστεί που την έβαλες στην οικογένεια! καιρός να γράψω κι εκεί κάτι, μου την θύμησες!
Υπεροχοιστορία..
μα ποια είσαι «παραλογίστρα» μας; μου αρέσει που μαζευόμαστε!
Δημοσίευση σχολίου