Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Όταν ακούς με την καρδιά

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που όσοι τον ήξεραν έλεγαν ότι ήταν ξύλο απελέκητο. Πήγαινε στα χωράφια του από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κι όταν γύριζε στο σπίτι, έτρωγε κι έπεφτε να κοιμηθεί. Η γυναίκα του τον κοίταζε που κοιμόταν και δεν ήξερε τι να τον κάνει. Κανένας στο χωριό δεν μπορούσε να καταλάβει πότε πρόφτασαν οι δυο τους κι έκαναν δυο κουτσούβελα.

Μέχρι που μια μέρα ήρθε στο χωριό ο παραμυθάς. “Να πας”. Λέει η γυναίκα στον χωρικό. “Ν’ ακούσεις κι εσύ κάτι καινούριο να ανοίξουν τα μάτια σου λίγο. Λένε ότι οι ιστορίες αλλάζουν τους ανθρώπους”. “Εγώ;” Λέει ο χωρικός. “Ναι, εσύ, να πας. Δεν ακούω άλλη κουβέντα”. Τώρα, ο χωρικός τη φοβότανε και λίγο τη γυναίκα του, τι να κάνει, σηκώθηκε και πήγε στο μύλο όπου ο παραμυθάς έλεγε ιστορίες. Αλλά έφτασε τελευταίος και δεν έβρισκε πουθενά μέρος να κάτσει. Πήγε και στάθηκε πίσω πίσω και δεν άκουγε, μήτε έβλεπε καλά. Κι όπως ήταν κουρασμένος απ’ τη δουλειά, τον πήρε ο ύπνος πάνω σ’ ένα σακί αλεύρι… Το παραμύθι τέλειωσε, ο κόσμος έφυγε κι ένα παιδάκι που τον είδε πήρε κρασί από ένα ποτήρι και τον πιτσιλούσε στο πρόσωπο να ξυπνήσει. Γυρνάει ο χωρικός στο σπίτι,

“Τι έγινε; Πώς ήταν το παραμύθι;” Τον ρωτάει η γυναίκα του.

“Εεε, το παραμύθι ήταν δροσερό… Και με πολύ ωραίο άρωμα, μπορώ να πω…” Είπε ο χωρικός.

“Ναι”, είπε η γυναίκα και χαμογέλασε, “έτσι είναι, υπάρχουν ιστορίες που είναι τόσο όμορφες… Να ξαναπάς κι αύριο”.

“Εγώ;” Είπε ο χωρικός.

“Ναι, εσύ. Nα πας πάλι, ν’ ακούσεις κι άλλες ιστορίες”.

Ο χωρικός μας, που τη φοβότανε και λίγο τη γυναίκα του, σήκωσε τους ώμους και το άλλο βράδυ, σηκώθηκε και πήγε ξανά στον μύλο ν’ ακούσει τον παραμυθά. Πάλι έφτασε τελευταίος και πάλι τον πήρε ο ύπνος, πάνω στο τσουβάλι με το αλεύρι. Κι ένα παιδί, επειδή δεν μπορούσε να δει καλά, σκαρφάλωσε και κάθισε πάνω στην πλάτη του χωρικού. Όταν τέλειωσε το παραμύθι κι ο κόσμος άρχισε να φεύγει, ξύπνησε κι ο χωρικός μας και γύρισε σπίτι του.

“Τι έγινε σήμερα;” Τον ρώτησε η γυναίκα του.

“Εεε, ήταν βαριά η ιστορία που ακούσαμε σήμερα, άσε, δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου… Πονάω ολόκληρος”.

“Ναι”, είπε η γυναίκα και χαμογέλασε, έτσι είναι, υπάρχουν ιστορίες που δεν τις αντέχει ο νους του ανθρώπου, είναι ιστορίες γεμάτες πόνο. Να ξαναπάς”.

“Εγώ;” Έκανε ο χωρικός.

“Ναι, να πας κι αύριο”.

Τι να κάνει κι ο χωρικός μας, που όσο περνούσαν οι μέρες τη φοβόταν και πιο πολύ τη γυναίκα του, σηκώθηκε την επόμενη μέρα και ξαναπήγε. Έφτασε στο μύλο τελευταίος κι αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως πάνω στο αγαπημένο του τσουβάλι. Κι όταν τέλειωσε η ιστορία κι ο κόσμος έφυγε, ήρθε ένα σκυλί κι άρχισε να γλείφει τον χωρικό στο πρόσωπο. Γυρνάει ο άνθρωπός μας στο σπίτι,

“Τι έγινε;” Τον ρωτάει η γυναίκα του,

“Άσε, πού να στα λέω”, κάνει ο χωρικός. “Αυτή η ιστορία ήτανε όλο τρίχες κ’ η ανάσα της βρωμούσε, καθόλου δεν μ’ άρεσε”.

“Τι λες;” Του λέει η γυναίκα του. “Τι λες μωρέ; Απ’ το κεφάλι σου τα βγάζεις αυτά που λες;” Και τον έβαλε κάτω και τον ρώταγε, τον ρώταγε, μέχρι που εκείνος αναγκάστηκε να της πει την αλήθεια. Τότε η γυναίκα κούνησε το κεφάλι σκεφτική και του λέει:

“Λοιπόν, αύριο θα πάμε μαζί στον παραμυθά. Θ’ αφήσω τα παιδιά στη μάννα μου και θα πάμε μαζί”.

Τι να κάνει κι ο χωρικός, την άλλη μέρα, με το κεφάλι σκυφτό, ακολούθησε τη γυναίκα του στον μύλο. Κι έφτασαν νωρίς. Και πιάσανε θέση μπροστά μπροστά. Ο χωρικός μας απ’ το φόβο του για τη γυναίκα του κρατούσε τα μάτια του με τα δάχτυλά του, μήπως κλείσουν κι αποκοιμηθεί. Καθώς άρχιζε να νυχτώνει, κάποιος άναψε ένα κερί να φέγγει.

Λίγο αργότερα, ήρθε και στάθηκε μπροστά τους ο παραμυθάς. Ένας άντρας ψηλός με καλοσυνάτα μάτια. Περίμενε λίγο να γίνει ησυχία κ' ύστερα είπε:

“Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Ένα απόγευμα, περπατούσα δίπλα στο ποτάμι όταν συνάντησα μια κοπέλα. Φορούσε άσπρα ρούχα και είχε τα μαλλιά της λυτά. Καθότανε σκυφτή στις όχθες του ποταμού κι έκλαιγε.

«Καλό μου κορίτσι», της λέω, «τι έχεις; Τι έπαθες;»

Εκείνη με κοίταξε και μου είπε την ιστορία της. Ότι ήταν ένα βασιλόπουλο που αγάπησε μια πριγκίπισσα στη γειτονική πολιτεία. Όμως τα δύο βασίλεια ήταν σε πόλεμο. Κι ο μόνος τρόπος που είχε για να μιλήσει για την αγάπη του το βασιλόπουλο ήταν να γράφει μικρά μικρά σημειώματα, να τα δένει στο ποδαράκι από ένα άσπρο περιστέρι και να το στέλνει πέρα μακριά, στην καλή του. Εκείνη διάβαζε τα μηνύματα κι ύστερα έπαιρνε κι αυτή μικρά κομματάκια χαρτί, έγραφε, έγραφε, έγραφε και μετά τα τύλιγε στο ποδαράκι απ’ το περιστέρι, και το έστελνε ξανά πίσω, στον αγαπημένο της.

Ώσπου μια μέρα, η βασιλοπούλα έστειλε ένα δαχτυλίδι στο βασιλόπουλο, σημάδι ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστούν. Το βασιλόπουλο φόρεσε το δώρο της καλής του κ’ ύστερα πήρε το δαχτυλίδι που του είχε αφήσει η μητέρα του προτού πεθάνει και το έδεσε στο ποδαράκι απ’ το περιστέρι.

Το περιστέρι πέταξε ψηλά, γρήγορα, να φτάσει στη γειτονική πολιτεία. Έλα όμως που το είδε ένα γεράκι κι άρχισε να το κυνηγά. Το περιστέρι έκανε αριστερά, έκανε δεξιά για να ξεφύγει, και για μια στιγμή, χραπ, του πέφτει το δαχτυλίδι μέσα στο ποτάμι.

Το περιστέρι στο τέλος γλίτωσε απ’ το γεράκι. Αλλά γύρισε στο ποτάμι κι άρχισε να ψάχνει για το δαχτυλίδι που χάθηκε κάπου στον βυθό. Και το πήρε το παράπονο επειδή σκεφτόταν τη βασιλοπούλα που θα περίμενε την απάντηση στον αρραβώνα και σιγά σιγά θα μαραινόταν και θα ’σβηνε. Το περιστέρι μεταμορφώθηκε σε μια κοπέλα με άσπρα ρούχα και στάθηκε εκεί, στις όχθες του ποταμού κι έκλαιγε”.

Τότε, ο χωρικός σηκώθηκε απ’ την θέση του και με δάκρυα στα μάτια, γύρισε στον παραμυθά και του είπε:

“Εγώ. Εγώ καλό μου κορίτσι να πέσω στο ποτάμι και να σου φέρω το δαχτυλίδι”. Έτσι κι έκανε. Βούτηξε στο ποτάμι μεμιάς κι άρχισε να ανακατεύει τον βυθό. Σηκώθηκε στην επιφάνεια, πήρε μια μεγάλη ανάσα κ’ ύστερα ξαναβούτηξε στα βαθιά. Κι αυτό έγινε δυο και τρεις φορές ακόμα, μέχρι που ο χωρικός μας, μούσκεμα από πάνω ως κάτω, κοίταξε τον παραμυθά στα μάτια και του είπε:

“Πάρ’ το, εδώ είναι το δαχτυλίδι της κυράς. Μπρος, ξεκίνα να τη βρεις. Γρήγορα. Δεν μας μένει καιρός”.

Κι ο κόσμος που άκουγε την ιστορία του παραμυθά απόμεινε βουβός. Κι έπειτα, απλώθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους η σκέψη ότι ο χωρικός εκείνος ήταν σοφός κι ότι ήξερε ν’ ακούει με την καρδιά του. Επειδή μόνο όταν ακούς με την καρδιά σου, μπορεί να συμβεί ένα τέτοιο θάυμα, που δεν το χωράει ο νους κανενός. Και η φήμη του χωρικού απλώθηκε σιγά σιγά σ’ ολάκερη τη χώρα. Κι έρχονταν άνθρωποι από μακριά, ακόμα κι απ’ τις γειτονικές πολιτείες, για να μιλήσουν μαζί του. Για να μιλήσουν στον άνθρωπο που ήξερε ν’ ακούει με την καρδιά του.

3 σχόλια:

ΚΥΡΙΑΚΗ είπε...

τι ωραίο! και πιο ωραίο γιατί διαβάζοντάς το ήταν σαν να άκουγα τις φωνές σας, Δημήτρη με την Αλεξάνδρα, να το λέτε, ήταν σαν να σας έβλεπα, πολύ ωραία...

παραλογίστρα είπε...

Καλησπέρα..

Panigirtzou είπε...

συμφωνώ με Κυριακή;) <3 <3