Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Του Άντζαρη και της Λυγερής


Μαύρ’ ήταν κείνα μαύρε μου, στα πέρα πανεθύρια,
Μέσ’ σ’ έν’ δρομί , μέσ’ σ’ έν’ στρατί, μέσ’ σ’ ένα μονοπάτι,
Δυό μάϊσσες σ’ απαντέσασι, μάννα και δυγατέρα.
-       Που πάεις ψηλέ; Που πάεις λιγνέ; Που πάεις γαϊτανοφρύδη;
Εσύ κόρην κάπ’ αγαπάς, μα κείνη δε σε θέλει.
-       Μην είστεν εσείς μάϊσσες και την καρδιά μου ξέρτε;
-       Πες μας τι θα’ ν’ τα δόσια μας και να σ’την κάμουμ’ να ’ρθει.
-       Χίλια δίνω της μάννας σας και σένα δυο χιλιάδες.
-       Δε θέλουμε τα χίλια σου, μήτε τις δυο χιλιάδες,
Μόν’ το γαϊτάνι που φορείς κ’ έχεις μες στο πλευρό σου.
-       Όλο το βιο μου ξόδεψα μόνο ναν της μιλήσω
-       Και μου ’μεινεν ο μαύρος μου και πάω ναν τον πουλήσω·
γι’ αγάπη της αγάπης μου ας πάει και το γαϊτάνι,
το γαϊτανάκι οπού φορώ, ’πο ’χω μες στο πλευρό μου·
γι’ αγάπη της αγάπης μου ας πάει και το γαϊτάνι.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα η κόρ’ επεριωρίστη·
«Για σήκω, σκύλε άνομε, σκύλε μαγαρισμένε!
Τα μάγια σου μ’ εκάμασι να περπατώ τις νύχτες!»
Κ’ εκείνος εσηκώθηκε, από το χέρ’ την πιάνει
κι από το χέρ’ κρατώντας την στο σπίτι του την μπάζει.
Η μάννα του κι αφέντης του για νύφη δεν τη θέσι,
ωρίσασι τους δούλους τους, κάνουσι μαγερία.
«Του γαμπρού μαγερέψτε φαζιάνους και καπόνους,
της νύφης μαγερέψτε μαύρου φιδιού κεφάλι,
και βάρτε χούφτες τ’ αρμυρί και χούφτες το πιπέρι
και πιστομίστε τα σταμνιά, νερό να μην ευρίσκει».
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα η κόρ’ επεριωρίστη·
Σταυρώνει τα χεράκια της και πάει στη πεθερά της:
« Νερό, μάννα και πεθερά, νερό και πάει η ψυχή μου!
-       Μηδέ κόρη σ’ εγέννησα, να ’χω να σε λυπούμαι».
Σταυρώνει τα χεράκια της και πάει στον πεθερό της:
«Νερό, αφέντη πεθερέ, νερό και πάει η ψυχή μου!
-       Μηδέ κόρη σ’ ανάστησα, να’ χω να σε λυπούμαι».
Σταυρώνει τα χεράκια της και πάει στον ποθητό της:
«Νερό, άντρα και ποθητέ, νερό και πάει η ψυχή μου!»
Εκείνος εσηκώθηκε και στα σταμνιά πααίνει,
μ’ όλα τα βρήκε πίστομα και το νερό χιουμένο.
Χρυσό σταμνάκι άρπαξε, στη βρύσην υπαγαίνει,
κι ως που να πάει κι ως που να ’ρθει, τη βρίσκει πεθαμένη.
Χρυσό μαχαίρ’ ετράβηξεν απ’ αργυρό φηκάρι,
Στον ουρανό τ’ απόδιωξε, στα στήθια του τ’ εδέχθη·
- Μάννα, νύφη δεν ήθελες μηδέ και γυιόνε να’ χεις.

(Π. Καλονάρος, «Μεγ. Ελλάς», 1944, σ.163. Από Μανιάτες της Κορσικής)

3 σχόλια:

παραλογίστρα είπε...

Η καλύτερη καλημέρα...

Δημήτρης Φιλοκώστας είπε...

απίστευτος ο μινιμαλισμός των παραλογών. Μέσα σε μια δυο αράδες, κρύβει έναν ολάκερο κόσμο...

Panigirtzou είπε...

ισχύει αυτό που λες Δημήτρη