Λέω να σας πω μια ιστορία...
Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι, που ζούσε σ ’ένα μικρό χωριό με τη μαμά και τον μπαμπά του και τις δυο μικρότερες αδερφές του. Είχε μεγαλώσει πια αρκετά, πήγαινε στην Τρίτη Δημοτικού, αλλά δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει…ή μάλλον ήξερε, αλλά συλλαβιστά και γι’ αυτό όλα τα παιδιά στην τάξη του το κορόιδευαν.
Δεν ήταν που δεν του άρεσε το σχολείο, ούτε που δεν έπαιρνε τα γράμματα, κι ούτε που δεν ήθελε να μάθει καλά ανάγνωση, σαν τα άλλα παιδιά που η γλώσσα τους έτρεχε…Ίσα –ίσα που πολλές φορές τη μάγευε ο κόσμος που υπήρχε πίσω από τις λέξεις, όταν κατάφερνε να δει καθαρά. Μόνο που τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να δει, γιατί οι εικόνες μπερδεύονταν, σκέπαζε η μία την άλλη, και πότε ήταν αυτή που ο πατέρας γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος όπως πάντα, με τα μάτια και την ψυχή θολά, που θάμπωνε τα γράμματα, όσο μεγάλα κι αν ήταν, πότε το αίμα από το κεφάλι της μαμάς στον τοίχο έφευγε κι ερχόταν στο βιβλίο και τότε οι συλλαβές χάνονταν, τρελαίνονταν, πηδούσαν από δω κι από εκεί, όπως η καρδιά στο στήθος του κοριτσιού.
Οι καλύτερες μέρες για το Λενιώ ήταν όταν είχε λιακάδα στο μυαλό και ο μπαμπάς ήταν μακριά. Τότε προσπαθούσε, και σήκωνε το χέρι στο σχολείο για να διαβάσει κι αυτό. Ήταν όμως τα άλλα παιδιά που με το παραμικρό λάθος της γελούσαν και τότε αυτή τα έχανε και τραύλιζε.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα της τάξης και μπήκε μέσα ο πατέρας του κοριτσιού. Ήρθα, λέει στη δασκάλα, να πάρω το Λενιώ, γιατί έχει τύφο και πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο. Το λεωφορείο και στη Θεσσαλονίκη. Στο μεγάλο νοσοκομείο, ένας μήνας περίπου. Η μαμά κι ο μπαμπάς στο χωριό, ερχόντουσαν αραιά και που. Το κορίτσι το φρόντιζε μια θεία και οι νοσοκόμες. Μια μέρα η θεία ήρθε κρατώντας στο χέρι δυο βιβλία, το ένα χρωματιστό, τα παραμύθια του Άντερσεν και το άλλο, πολύ χοντρό, άσπρο με μαύρα γράμματα, οι μύθοι του Αισώπου. Ησυχία, φροντίδα, μύθοι, παραμύθια…Για ένα σχεδόν μήνα δεν ακούγονταν βήματα που τρέκλιζαν στο σκοτάδι, ούτε φωνές, κατηγόριες, μαλώματα, βογκητά…Μόνο του διάβαζε…
Την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο αφότου έγινε καλά, σήκωσε το χέρι να διαβάσει το μάθημα. Η δασκάλα που το αγαπούσε, ρώτησε, είσαι σίγουρη Λενιώ; Δεν απάντησε, μόνο άρχισε να διαβάζει και τότε όλοι γύρω χάθηκαν, το μόνο που είδε όταν τελείωσε την ανάγνωση ήταν το γεμάτο χαρά βλέμμα της δασκάλας, το μόνο που ένιωσε διαβάζοντας ήταν η σιωπή των συμμαθητών του.
Πέρασαν τα χρόνια, το Λενιώ έγινε γυναίκα και μάνα. Προσπαθεί να ζει όσο γίνεται καλύτερα, πότε τα καταφέρνει και τότε όλα γύρω λαμποκοπούν κι η ψυχή της είναι ανάλαφρη όπως όταν πέφτει το πρώτο καλό χιόνι κι αυτή βαδίζει μόνη στα χωράφια του χωριού. Πότε δεν τα καταφέρνει και τότε …θέλει να βλέπει μόνο ηλιοβασιλέματα …τίποτε άλλο.
Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι, που ζούσε σ ’ένα μικρό χωριό με τη μαμά και τον μπαμπά του και τις δυο μικρότερες αδερφές του. Είχε μεγαλώσει πια αρκετά, πήγαινε στην Τρίτη Δημοτικού, αλλά δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει…ή μάλλον ήξερε, αλλά συλλαβιστά και γι’ αυτό όλα τα παιδιά στην τάξη του το κορόιδευαν.
Δεν ήταν που δεν του άρεσε το σχολείο, ούτε που δεν έπαιρνε τα γράμματα, κι ούτε που δεν ήθελε να μάθει καλά ανάγνωση, σαν τα άλλα παιδιά που η γλώσσα τους έτρεχε…Ίσα –ίσα που πολλές φορές τη μάγευε ο κόσμος που υπήρχε πίσω από τις λέξεις, όταν κατάφερνε να δει καθαρά. Μόνο που τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να δει, γιατί οι εικόνες μπερδεύονταν, σκέπαζε η μία την άλλη, και πότε ήταν αυτή που ο πατέρας γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος όπως πάντα, με τα μάτια και την ψυχή θολά, που θάμπωνε τα γράμματα, όσο μεγάλα κι αν ήταν, πότε το αίμα από το κεφάλι της μαμάς στον τοίχο έφευγε κι ερχόταν στο βιβλίο και τότε οι συλλαβές χάνονταν, τρελαίνονταν, πηδούσαν από δω κι από εκεί, όπως η καρδιά στο στήθος του κοριτσιού.
Οι καλύτερες μέρες για το Λενιώ ήταν όταν είχε λιακάδα στο μυαλό και ο μπαμπάς ήταν μακριά. Τότε προσπαθούσε, και σήκωνε το χέρι στο σχολείο για να διαβάσει κι αυτό. Ήταν όμως τα άλλα παιδιά που με το παραμικρό λάθος της γελούσαν και τότε αυτή τα έχανε και τραύλιζε.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα της τάξης και μπήκε μέσα ο πατέρας του κοριτσιού. Ήρθα, λέει στη δασκάλα, να πάρω το Λενιώ, γιατί έχει τύφο και πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο. Το λεωφορείο και στη Θεσσαλονίκη. Στο μεγάλο νοσοκομείο, ένας μήνας περίπου. Η μαμά κι ο μπαμπάς στο χωριό, ερχόντουσαν αραιά και που. Το κορίτσι το φρόντιζε μια θεία και οι νοσοκόμες. Μια μέρα η θεία ήρθε κρατώντας στο χέρι δυο βιβλία, το ένα χρωματιστό, τα παραμύθια του Άντερσεν και το άλλο, πολύ χοντρό, άσπρο με μαύρα γράμματα, οι μύθοι του Αισώπου. Ησυχία, φροντίδα, μύθοι, παραμύθια…Για ένα σχεδόν μήνα δεν ακούγονταν βήματα που τρέκλιζαν στο σκοτάδι, ούτε φωνές, κατηγόριες, μαλώματα, βογκητά…Μόνο του διάβαζε…
Την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο αφότου έγινε καλά, σήκωσε το χέρι να διαβάσει το μάθημα. Η δασκάλα που το αγαπούσε, ρώτησε, είσαι σίγουρη Λενιώ; Δεν απάντησε, μόνο άρχισε να διαβάζει και τότε όλοι γύρω χάθηκαν, το μόνο που είδε όταν τελείωσε την ανάγνωση ήταν το γεμάτο χαρά βλέμμα της δασκάλας, το μόνο που ένιωσε διαβάζοντας ήταν η σιωπή των συμμαθητών του.
Πέρασαν τα χρόνια, το Λενιώ έγινε γυναίκα και μάνα. Προσπαθεί να ζει όσο γίνεται καλύτερα, πότε τα καταφέρνει και τότε όλα γύρω λαμποκοπούν κι η ψυχή της είναι ανάλαφρη όπως όταν πέφτει το πρώτο καλό χιόνι κι αυτή βαδίζει μόνη στα χωράφια του χωριού. Πότε δεν τα καταφέρνει και τότε …θέλει να βλέπει μόνο ηλιοβασιλέματα …τίποτε άλλο.
2 σχόλια:
Το Λενιώ ήρθε στο δωμάτιο μου απόψε, Κυριακή. Σςςς..
πολύ ωραία ιστορία, ευχαριστούμε
Δημοσίευση σχολίου