Μια φορά, στα χρόνια τα παλιά, ζούσε ένας βασιλιάς που η Τύχη τού χάρισε τρεις γιους. Νιώθωντας τη ζωή του να λιγοστεύει, ο βασιλιάς χρειάστηκε ν' αποφασίσει σε ποιο απ' τα τρία παιδιά θ' αφήσει τον θρόνο του.Έβαλε κι έχτισαν μια αποθήκη πελώρια. Για να περπατήσεις απ' τη μια άκρη στην άλλη ήθελε να ξεκινήσεις νωρίς το πρωί, για να μη σε πάρει το βράδυ. Και ήτανε τόσο ψηλή, λένε, όσο ψηλά μπορεί να πετάξει το περιστέρι. Χρόνια τη χτίζανε, κι όταν επιτέλους τέλειωσε, ο βασιλιάς πήρε τα τρία του παιδιά και τους είπε:
“Ό,τι έχω και δεν έχω θα το πάρει ένας από σας. Εκείνος που θα το καταφέρει να γεμίσει την αποθήκη μέσα σε μια μέρα μονάχα. Ξεκινώντας απ' το πρωί, μέχρι το βασίλεμα του ήλιου”.
Ο μεγάλος γιος αποφάσισε να γεμίσει την αποθήκη με άχυρα. Παρήγγειλε να φέρουν άχυρο απ' όλες άκρες της χώρας. Μίσθωσε εργάτες αμέτρητους. Κι όταν ήρθε το ξημέρωμα, όλοι άρχισαν τη δουλειά, να γεμίσουν την αποθήκη. Κι έτρεχαν από δω κι από κει και δούλευαν ασταμάτητα, μέχρι που ο ήλιος έδυσε. Αλλά το άχυρο έφτασε να γεμίσει μονάχα το μισό απ' την μισή αποθήκη...
Ο μεσιός γιος ήθελε να γεμίσει την αποθήκη με μπαμπάκι. Παρήγγειλε και ήρθαν εργάτες από όλα τα γειτονικά βασίλεια. Μέρες και μέρες τα καράβια ξεφόρτωναν μπαμπάκι μπροστά στην αποθήκη. Κι όταν ήρθε η ορισμένη ώρα το πρωί, πιάσαν δουλειά, να γεμίσουν το κτίριο από κάτω ως πάνω. Το βασιλόπουλο μαστίγωνε τους επιστάτες για να μαστιγώνουν τους εργάτες να δουλεύουν πιο γρήγορα, κι όλοι έτρεχαν κουβαλώντας χωρίς διακοπή. Μέχρι που νύχτωσε. Όμως το μπαμπάκι έφτασε να γεμίσει κάτι περισσότερο απ' το μισό της μισής αποθήκης.
Ο τρίτος από τους γιους του βασιλιά, δεν παρήγγειλε τίποτα να του φέρουν. Μήτε γύρεψε να βρει ανθρώπους στη δούλεψή του. Όταν ήρθε η ορισμένη μέρα, άνοιξε την πόρτα της αδειανής αποθήκης και κλείστηκε μέσα, μονάχος. Ήρθε το μεσημέρι. Ο μεγάλος αδερφός δεν καταλάβαινε τι μπορεί να συμβαίνει. Μέχρι που δεν άντεξε. Άνοιξε την πόρτα να δει. Βρήκε τον αδερφό του να κάθεται σε μιαν άκρη.
“Μα τι κάθεσαι;” Του λέει. “Ο χρόνος που έχεις λιγοστεύει”.
“Ε, περίμενε. Λίγο ακόμα”. Του αποκρίθηκε το βασιλόπουλο.
Ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Ο μεγάλος γιος μαζί με τον μεσιό, κοιτάζονταν κι όλο έλεγαν:
“Μα τι κάνει;”
Ο δεύτερος δεν άντεξε να περιμένει. Άνοιξε την πόρτα και βρήκε τον αδερφό του καθισμένο.
“Ο ήλιος θα πέσει σε λίγο και συ δεν κάνεις τίποτα; Θα πάει χαμένο το βασίλειο. Θα χαθούμε”.
Ο μικρός αδερφός τον κοίταξε και χαμογέλασε.
“Ε, περίμενε λιγάκι”. Του είπε.
Έτσι, έφτασε κάποτε η ώρα που ο ήλιος έδυσε. Κι ο βασιλιάς, παρέα με τα δυο βασιλόπουλα, άνοιξε την πόρτα της αποθήκης.
Ήταν σχεδόν σκοτάδι και δεν μπορούσαν να δουν μακριά. Ο βασιλιάς ύψωσε τη φωνή του και είπε:
“Λοιπόν; Με τι αποφάσισες εσύ να γεμίσεις την αποθήκη;”
Μέσα στη σιωπή και τη νύχτα ακούστηκε μονάχα ένα σπίρτο. Είδαν ένα κερί ν' ανάβει. Το κρατούσε ο μικρός αδερφός.
“Τη γέμισα με φώς”. Είπε.
2 σχόλια:
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!!!!!!!!!!!!
και μεις ευχαριστούμε ;)
Δημοσίευση σχολίου