(ένα αγαπημένο απόσπασμα από το Μαχαμπαράτα...)
... Ο Γιουντιστίρα έφτασε τελευταίος. Βλέποντας τα πεσμένα κορμιά των αδερφών του, ένιωσε την καρδιά του να φεύγει από τη θέση της. Πάνω στα σώματά τους δεν διέκρινε αίμα. Δεν μπορούσε να καταλάβει ποια αόρατη δύναμη τους σκότωσε. Και ξαφνικά, τον έπιασε μια δίψα τρομερή. Νόμιζε πως θα πνιγόταν. Έφερε τα χέρια του στο λαιμό του και έπεσε στα γόνατα μπροστά στο νερό.
“Απάντησε πρώτα στις ερωτήσεις μου κι ύστερα θα σ 'αφήσω να πιεις!” ακούστηκε και πάλι η ασώματη φωνή.
“Ποιος είσαι; Δεν σε βλέπω. Βρίσκεσαι στον αέρα; Είσαι μέσα στο νερό;”
“Δεν είμαι ψάρι, μήτε πουλί. Εγώ σκότωσα τ' αδέρφια σου γιατί ήθελαν να πιουν χωρίς να μου απαντήσουν”.
Ο Γιουντιστίρα ανασηκώθηκε και προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να καταπολεμήσει τη βασανιστική δίψα του.
“Ρώτησέ με ό,τι θέλεις”, είπε.
Η φωνή που έβγαινε από τη λίμνη τού έκανε πολλές ερωτήσεις.
“Τι είναι πιο γρήγορο από τον άνεμο;”
“Η σκέψη”, αποκρίθηκε ο Γιουντιστίρα.
“Τι μπορεί να καλύψει όλη τη γη;”
“Το σκοτάδι”.
“Ποιοι είναι περισσότεροι, οι νεκροί ή οι ζωντανοί;”
“Οι ζωντανοί, γιατί οι νεκροί δεν υπάρχουν πια”.
“Δώσε μου ένα παράδειγμα του χώρου”.
“Τα δυο ενωμένα χέρια μου”.
“Ένα παράδειγμα θλιβερό;”
“Η άγνοια”.
“Ένα δηλητήριο;”
“Ο πόθος”.
“Ένα παράδειγμα ήττας;”
“Η νίκη”.
“Ποιο είναι το πιο πανούργο ζώο;”
“Εκείνο που ο άνθρωπος δεν κατάφερε ακόμα να γνωρίσει”.
“Τι δημιουργήθηκε πρώτα, η μέρα ή η νύχτα;”
“Η μέρα, αλλά προηγείται της νύχτας μόνο μια μέρα”.
“Ποιος είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε ο κόσμος;”
“Η αγάπη”.
“Ποιος είναι ο εχθρός σου;”
“Ο ίδιος μου ο εαυτός”.
“Τι είναι η τρέλα;”
“Ένας λησμονημένος δρόμος”.
“Και η επανάσταση; Γιατί τις κάνουν οι άνθρωποι;”
“Για να βρουν την ομορφιά, άλλοτε στη ζωή και άλλοτε στο θάνατο”.
“Τι είναι για τον καθένας μας, άπιαστο όνειρο;”
Πριν ο Γιουντιστίρα απαντήσει στην ερώτηση αυτή, σκέφτηκε για ένα λεπτό. Σκέφτηκε τη μακριά αλυσίδα των μετενσαρκώσεων στο τέλος της οποίας λένε πως βρίσκει κανείς τη νιρβάνα.
“Η ευτυχία”. Είπε στο τέλος.
“Και ποιο είναι το μεγαλύτερο θαύμα;”
“Κάθε μέρα, ο θάνατος χορεύει ολόγυρά μας, μα εμείς ζούμε σαν πλάσματα αιώνια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα”.
Τότε η φωνή της λίμνης είπε:
“Τα αδέρφια σου θα ξαναγυρίσουν στη ζωή, γιατί εγώ είμαι ο Ντάρμα, ο πατέρας σας. Μεταμορφώθηκα σε λίμνη και ήρθα ως εδώ από περιέργεια να σας γνωρίσω. Είμαι πολύ ικανοποιημένος. Τώρα θα σας κάνω μια χάρη. Πείτε μου τι θέλετε”.
Ο Γιουντιστίρα σκέφτηκε για λίγο κι έπειτα είπε:
“Η παραμονή μας στα δάση τελειώνει. Τώρα πρέπει να περάσουμε άλλον έναν χρόνο, τον δέκατο τρίτο, κρυμμένοι, μεταμφιεσμένοι. Πές μας πώς να μεταμφιεστούμε”.
“Θα σου πω ένα πράγμα πολύ απλό”, αποκρίθηκε η φωνή. “Αν δεν θέλετε να σας αναγνωρίσουν, διαλέξτε τη μεταμφίεση της πιο μυστικής σας σκέψης”.
...
... Ο Γιουντιστίρα έφτασε τελευταίος. Βλέποντας τα πεσμένα κορμιά των αδερφών του, ένιωσε την καρδιά του να φεύγει από τη θέση της. Πάνω στα σώματά τους δεν διέκρινε αίμα. Δεν μπορούσε να καταλάβει ποια αόρατη δύναμη τους σκότωσε. Και ξαφνικά, τον έπιασε μια δίψα τρομερή. Νόμιζε πως θα πνιγόταν. Έφερε τα χέρια του στο λαιμό του και έπεσε στα γόνατα μπροστά στο νερό.
“Απάντησε πρώτα στις ερωτήσεις μου κι ύστερα θα σ 'αφήσω να πιεις!” ακούστηκε και πάλι η ασώματη φωνή.
“Ποιος είσαι; Δεν σε βλέπω. Βρίσκεσαι στον αέρα; Είσαι μέσα στο νερό;”
“Δεν είμαι ψάρι, μήτε πουλί. Εγώ σκότωσα τ' αδέρφια σου γιατί ήθελαν να πιουν χωρίς να μου απαντήσουν”.
Ο Γιουντιστίρα ανασηκώθηκε και προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να καταπολεμήσει τη βασανιστική δίψα του.
“Ρώτησέ με ό,τι θέλεις”, είπε.
Η φωνή που έβγαινε από τη λίμνη τού έκανε πολλές ερωτήσεις.
“Τι είναι πιο γρήγορο από τον άνεμο;”
“Η σκέψη”, αποκρίθηκε ο Γιουντιστίρα.
“Τι μπορεί να καλύψει όλη τη γη;”
“Το σκοτάδι”.
“Ποιοι είναι περισσότεροι, οι νεκροί ή οι ζωντανοί;”
“Οι ζωντανοί, γιατί οι νεκροί δεν υπάρχουν πια”.
“Δώσε μου ένα παράδειγμα του χώρου”.
“Τα δυο ενωμένα χέρια μου”.
“Ένα παράδειγμα θλιβερό;”
“Η άγνοια”.
“Ένα δηλητήριο;”
“Ο πόθος”.
“Ένα παράδειγμα ήττας;”
“Η νίκη”.
“Ποιο είναι το πιο πανούργο ζώο;”
“Εκείνο που ο άνθρωπος δεν κατάφερε ακόμα να γνωρίσει”.
“Τι δημιουργήθηκε πρώτα, η μέρα ή η νύχτα;”
“Η μέρα, αλλά προηγείται της νύχτας μόνο μια μέρα”.
“Ποιος είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε ο κόσμος;”
“Η αγάπη”.
“Ποιος είναι ο εχθρός σου;”
“Ο ίδιος μου ο εαυτός”.
“Τι είναι η τρέλα;”
“Ένας λησμονημένος δρόμος”.
“Και η επανάσταση; Γιατί τις κάνουν οι άνθρωποι;”
“Για να βρουν την ομορφιά, άλλοτε στη ζωή και άλλοτε στο θάνατο”.
“Τι είναι για τον καθένας μας, άπιαστο όνειρο;”
Πριν ο Γιουντιστίρα απαντήσει στην ερώτηση αυτή, σκέφτηκε για ένα λεπτό. Σκέφτηκε τη μακριά αλυσίδα των μετενσαρκώσεων στο τέλος της οποίας λένε πως βρίσκει κανείς τη νιρβάνα.
“Η ευτυχία”. Είπε στο τέλος.
“Και ποιο είναι το μεγαλύτερο θαύμα;”
“Κάθε μέρα, ο θάνατος χορεύει ολόγυρά μας, μα εμείς ζούμε σαν πλάσματα αιώνια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα”.
Τότε η φωνή της λίμνης είπε:
“Τα αδέρφια σου θα ξαναγυρίσουν στη ζωή, γιατί εγώ είμαι ο Ντάρμα, ο πατέρας σας. Μεταμορφώθηκα σε λίμνη και ήρθα ως εδώ από περιέργεια να σας γνωρίσω. Είμαι πολύ ικανοποιημένος. Τώρα θα σας κάνω μια χάρη. Πείτε μου τι θέλετε”.
Ο Γιουντιστίρα σκέφτηκε για λίγο κι έπειτα είπε:
“Η παραμονή μας στα δάση τελειώνει. Τώρα πρέπει να περάσουμε άλλον έναν χρόνο, τον δέκατο τρίτο, κρυμμένοι, μεταμφιεσμένοι. Πές μας πώς να μεταμφιεστούμε”.
“Θα σου πω ένα πράγμα πολύ απλό”, αποκρίθηκε η φωνή. “Αν δεν θέλετε να σας αναγνωρίσουν, διαλέξτε τη μεταμφίεση της πιο μυστικής σας σκέψης”.
...
2 σχόλια:
υπέροχο! όπως όλα όσα μας έχεις πει από το Μαχαμπαράτα...
χρουτς χρους δε θυμάμαι να είπα και άλλα, αλλά κάτι θα θυμάσαι εσύ ;) thanks though!
Δημοσίευση σχολίου